Τετάρτη, 6 Μαΐου 2020

Μαρία Κάλλας: Η απομόνωση της απόλυτης ντίβας στο Παρίσι και ο εγκλεισμός στο τέλος της ζωής της

Με αφορμή τον εγκλεισμό εκατομμυρίων ανθρώπων και την κατ' οίκον απομόνωση, ως συνέπεια της κρίσης του κορονοϊού, η ισπανική «El Pais» έκανε ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στην απόλυτη ντίβα της όπερας, Μαρία Κάλλας.

Θυμήθηκε τους τελευταίους μήνες της ζωής της, τους οποίους η μεγάλη καλλιτέχνιδα πέρασε απομονωμένη στους τοίχους του σπιτιού της, στο Παρίσι, πριν πεθάνει.

Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας, η απομόνωση ήταν για τις γυναίκες μια μέθοδος ενστικτώδους άμυνας ή ένα είδος κοινωνικής τιμωρίας.

Στην περίπτωση τη Μαρίας Κάλλας, ήταν και τα δύο», αναφέρει το αφιέρωμα. «Στο τέλος της ζωής της απομονώθηκε όλο και περισσότερο. Πολλοί φίλοι την είχαν εγκαταλείψει, αλλά και η ίδια κρατούσε αποστάσεις με όσους ακόμη παρέμειναν κοντά της. Ήταν πάντα πολύ δύσκολο να την συναντήσεις. Έπρεπε να τηλεφωνήσει τουλάχιστον πέντε φορές πριν μπορέσεις να της μιλήσεις. Η υπηρέτρια της έλεγε "η κυρία κάνει το μπάνιο της", "η κυρία είναι στο κομμωτριο" ή "η κυρία κάνει μανικιούρ". Αλλά, την πέμπτη φορά, όταν επιτέλους ερ-χόταν στο τηλέφωνο, ήταν εξαρετικά δύσκολο να βρεθεί κάποια ημερομηνία για να συναντηθεί κάποιος μαζί της. Ε, στο τέλος κατέληγες να μη θέλεις πλέον να προσπαθήσεις ξανά». Με αυτά τα λόγια, ο Ζακ Μπουρζόν, ένας φίλος της Μαρίας Κάλλας, περιγράφει τους τελευταίους μήνες της ζωής της ντίβας, στο ντοκιμαντέρ «Κάλλας» (1981) του Τόνι Πάλμερ.


Πράξη Ι: Η Κάλλας

Έτσι αποκαλούσε τον εαυτό της η Μαρία Κάλλας όταν μιλούσε για την «άλλη», τη σοπράνο: «Η Κάλλας». Ή τουλάχιστον αυτό θυμάται η γραμματέας της Νάντια Στάντσιοφ. Η Μαρία, μία γυναίκα εξαιρετικά εύθραυστη, ήταν ταυτοχρόνου η Κάλλας, μία πλανητική ντίβα που ο Τύπος της εποχής είχε κατατάξει στις πιο καπριτσιόζες και τυραννικές προσωπικότητες. Τρομερά απαιτητική με τον εαυτό της, άψογη επαγγελματίας και υπερόπτης.

Το πρώτο σοκ στη ζωή της Κάλλας ήρθε το 1958, όταν τραγούδησε τη «Νόρμα», στη Ρώμη, Η σοπράνο εκείνη τη μέρα ανέβηκε στη σκηνή με αφωνία. Υπέφερε από βαριά βρογχίτιδα και στην πρώτη πράξη τα κατάφερε, αλλά στη δεύτερη πράξη η φωνή της την πρόδωσε. Ο Τύπος της εποχής της επιτέθηκε με ειρωνείες, «Λοιπόν, η σοπράνο τέλος; Η Μαρία δεν είναι και στις αρχές της», έγραφαν οι δημοσιογράφοι: «Για να είστε σίγουροι ότι θα την ακούσετε, μη φοράτε τα καλά σας και πάτε καλύτερα στις πρόβες. Εκεί, συνήθως, μένει ως το τέλος».

Η Μαρία Κάλλας έζησε αυτές τις στιγμές ως μια τρομερή αδικία, σαν μια επίθεση στο πρόσωπο της, βίαιη και αδικαιολόγητη. «Με έσυραν στη λάσπη», συνήθιζε να λέει. Η σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση ξεκίνησε ένα χρόνο αργότερα. Όσο μεγάλωνε ο έρωτάς της για τον εκκεντρικό μεγιστάνα τόσο το ενδιαφέρον της για την τέχνη ελαττωνόταν. Σε σημείο που εγκατέλειψε την όπερα στην ηλικία των 41, ώστε να ζήσει απόλυτα τη ζωή της, όπως της ζητούσε να κάνει ο Ωνάσης.


Πράξη II: Μαρία

«Έχω εγκαταλείψει τη μοίρα μου στα χέρια του, είμαι σαν μία παρθένα που ξαφνικά ταξιδεύει στο απίστευτο σύμπαν των σωματικών αποκαλύψεων». Έτσι εξηγούσε η Μαρία Κάλλας την παθιασμένη σχέση της με τον Ωνάση. Ο καλός φίλος της, Φράνκο Τζεφιρέλι, με τον οποίο είχε δουλέψει πολλές φορές, έχει δηλώσει ότι ποτέ η Κάλλας δεν είχε ξαναζήσει έναν τέτοιο σαρκικό έρωτα. Στο ντοκιμαντέρ «Κάλλας», ο Τζον Αρντέν, κριτικός μουσικής και φίλος της σοπράνο, θυμάται τον Ωνάση σαν «έναν άνθρωπο με αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που έκανε συλλογή από διάσημες γυναίκες. Λένε γι' αυτόν ότι πλήρωσε 10.000 δολάρια για να περάσει μια νύχτα με την Εύα Περόν. Ήθελε να συμπληρώσει τη συλλογή του με τη Μαρία Κάλλας»
Η ιστορία είναι γνωστή και την έχουν αφηγηθεί χιλιάδες φορές. Ο Ωνάσης κάλεσε τη Μαρία Κάλλας και το σύζυγο της, Τζιοβάνι Μενεγκίνι, για μία κρουαζιέρα. Επί πολλά χρόνια ο Ωνάσης φλέρταρε την ντίβα και της έστελνε λουλούδια με την αφιέρωση «εκ μέρους ενός άλλου Έλληνα». Το 1959, επιστρέφοντας από την κρουαζιέρα (λέγεται ότι είχαν συνευρεθεί σε αυτό το ταξίδι και μάλιστα τους είχε αντιληφθεί η σύζυγος του Ωνάση), η Μαρία Κάλλας και ο σύζυγος της χώρισαν. Έτσι ξεκίνησε η παθιασμένη σχέση της με το μεγιστάνα, με τα πάνω και τα κάτω της. Ο Ωνάσης, όμως, δεν μπορούσε να κάνει το βήμα προς τον γάμο, τον οποίο η Κάλλας περίμενε.

Πράξη III: Μαρία

Το 1968 η Μαρία Κάλλας έμαθε από τον Τύπο το γάμο του Ωνάση με την Τζάκι Κένεντι. Ένιωσε σαν την Μήδεια: προδομένη, μόνη, χαμένη και εγκαταλελειμμένη. Κατέφυγε στο διαμέρισμα της, στο Παρίσι, ένα σπίτι-μουσείο το οποίο της είχε προσφέρει ο Ωνάσης και το διακόσμησε μόνη της η ντίβα. Απομονώθηκε με μοναδική συντροφιά τα δύο σκυλιά κανίς: «Μελετώ μόνη, έχω τους δίσκους μου, που μου θυμίζουν τι έκανα παλιά, και ένα μαγνητόφωνο που καταγράφει τι κάνω σήμερα»
Το 1970 η Μαρία Κάλλας αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Στο μεταξύ, ο γάμος του Ωνάση με την Τζάκι παρουσίαζε τα πρώτα σύννεφα και ο μεγιστάνας προσπαθούσε να επιστρέψει στην Κάλλας. Ερχόταν και φώναζε κάτω από τα παράθυρα της. «Δέχθηκα να επανέλθει», αναγνώρισε η Κάλλας, σε μια δήλωση που ακούγεται στο ντοκιμαντέρ «Κάλλας». Η σχέση τους έγινε μια «παθιασμένη φιλία». Οι εφημερίδες έκαναν πρωτοσέλιδα «Ο Άρης επέστρεψε στη Μαρία» ή «Πώς η Τζάκι έμαθε τη σχέση του συζύγου της». «Η σχέση μου με τον Ωνάση ήταν αποτυχία. Η φιλία μου μαζί του μια επιτυχία», έχει δηλώσει η ίδια. Όπως όλα δείχνουν, ο Ωνάσης επέλεξε να πεθάνει στο Παρίσι, κοντά της. Παρά την απαγόρευση, η Κάλλας μπόρεσε να μπει στο νοσοκομείο για να τον αποχαιρετήσει και να του πει "Άρη, εγώ είμαι, η Μαρία, το καναρίνι σου"».III: Ο εγκλεισμός

Η Μαρία Κάλλας δεν ξαναβγήκε από το σπίτι της, παρά τις προσπάθειες των φίλων της. Ένα ξένο κανάλι κατόρθωσε να εξασφαλίσει μία συνέντευξη. Πέρασε τις τελευταίες μέρες της με την τηλεόραση ανοιχτή, καταπίνοντας χάπια: «Ευχαριστώ τον θεό κάθε μέρα, γιατί μου μένει μία λιγότερη». Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της. Ανακοπή, αυτοκτονία, άγνωστο. Ήταν 53 ετών και πέθανε δύο μήνες μετά τον Ωνάση.




Πηγή: Λοιπόν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου